DUSTBOWL: «Στη δική μας περίπτωση, ‘Great Fandango’, σημαίνει το μεγάλο λίκνισμα της ζωής «

Το «The Great Fandango» είναι τo Mother Earth Rock…τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο, κάτι που να αφορά το τώρα. O Νίκος, ο Πάνος και η Λυδία εισάγουν το HardMusic.GR στους Dustbowl.

Πόση είναι απόσταση Nashville – Αθήνα τελικά;
Νίκος: Υποθέτω ο δίσκος σου φαίνεται πιο country παρά rock όπως, πλέον, ευαγγελιζόμαστε με το mother earth rock.

Έχει νόημα να έχουμε ταμπέλες στη σημερινή εποχή που δεν υπάρχουν και πολλά δισκάδικα;
Νίκος: όχι και επειδή δεν έχει νόημα, την βγάζουμε εμείς την ταμπέλα για να γίνουμε viral (πολλά γέλια)

Πάνο, σαν νεότερο μέλος, πως σου φαίνεται σαν είδος το δικό σας mother earth;
Πάνος: αντικατοπτρίζει την ουσία αυτού που θέλαμε να κάνουμε. Είναι κάτι πολύ γήινο, άμεσο. Ένα τραγούδι που να βγαίνει αληθινό… δίχως ψεύτικους πειραματισμούς. Απλά τραγούδια που έχουν άμεσο στίχο.

Ο Νίκος προηγουμένως που συζητούσαμε μου είπε ότι δεν έχει καμία σχέση με τη γη και δεν του αρέσει καθόλου η εξοχή κτλ. Παρόλα αυτά…Mother Earth…
Πάνος: Θεωρώ ότι είναι τραγούδια με τρομερή αμεσότητα, θα σου μιλήσουν απευθείας με μία σχετικά απλή μουσική και απλό στίχο. Όλα τα κομμάτια του δίσκου μπορούν να αποδοθούν μόνο με μία κιθάρα και φωνή. Αν το δούμε πιο φιλοσοφικά, περιλαμβάνει πολλές έννοιες που έχουν να κάνουν με τη γη. Υπάρχει, για παράδειγμα, το στοιχείο της αναγέννησης μέσω της γης στο «Great Fandango».
Νίκος: Επίσης διαχειρίζεται έννοιες όπως η απώλεια ή η αγάπη, που δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένες. Τα 9 από τα 10 κομμάτια του δίσκου κινούνται σ’αυτό το φάσμα. Και βέβαια υπάρχει και ένα κομμάτι, το «Don’t Let The Fascists Drag You Down», το οποίο το θεωρήσαμε υποχρέωσή μας, γιατί πρέπει να παίρνουμε το κόστος για την πλευρά που έχουμε επιλέξει. Θα ευχόμασταν βέβαια να μην χρειαζόταν να γράφουμε τέτοια τραγούδια.

Το στοιχείο της country υπάρχει σίγουρα αλλά, σε σχέση με το παρελθόν σας, είναι περιορισμένο στο «The Great Fandango». Πως έγινε αυτή η μετάβαση;
Πάνος: Νομίζω ότι όλοι το κατευθύναμε εκεί. Αλλάξαμε πάρα πολλά πράγματα απ’το προηγούμενο στυλ των κομματιών, που αναγκαστικά εγώ θα τα άλλαζα για να μπορέσω να τα πω με το δικό μου τρόπο. Νομίζω ότι καταλήξαμε στο σημείο που θέλαμε για να αποδώσουμε το songwriting κομμάτι.
Λυδία: Ο τραγουδιστής αντιπροσωπεύει τη μπάντα, είναι αυτός που μεταφέρει το κομμάτι, άσχετα με το ποιος το γράφει. Και ο Πάνος στάθηκε πολύ καλά σ’αυτό που θέλαμε να κάνουμε.
Νίκος: Τα κομμάτια τα γράψαμε όλοι μαζί, ίσως με κάποια μεγαλύτερη συμμετοχή του ενός. Ο Πάνος όμως γράφει και ο ίδιος και το έχει να τα υποστηρίξει τα κομμάτια. Και αυτά που γράφαμε τα παίζαμε και live.

Στο Resistance Festival σχεδόν παρουσιάσατε το δίσκο. Είναι λίγο παλιά αντίληψη αυτή, δεν παρουσιάζουν πια κομμάτια που δεν ξέρει το κοινό.
Νίκος: Ναι, παίξαμε 7-8 κομμάτια. Είναι παλιά αντίληψη μεν, αλλά θέλαμε να πάρουμε το ρίσκο. Από την άλλη, είναι και σαν ένα νέο project αυτό που κάνουμε τώρα και θέλουμε να χτίσουμε μία live μπάντα, πέρα από το στουντιακό μέρος του album.
Λυδία: Λειτούργησε και σαν τεστάρισμα για εμάς. Από την άλλη, ήταν και ο Πάνος καινούριος, οπότε δεν ήξερε παλιά κομμάτια.

Πάνο, θα σε πάω σε ένα από τα δυσκολότερα πράγματα της Americana, που είναι η προφορά. Δεν είναι αμερικάνικη, αλλά είναι σωστή η προφορά στο δίσκο. Πόση προσπάθεια θέλει από ένα Έλληνα αυτό;
Πάνος: Πρώτον, απορρίπτω κάθετα το να προσπαθείς να μιμηθείς πράγματα που δεν είσαι. Παλιότερα βέβαια είχα κι εγώ κάποιο κόμπλεξ με την προφορά, αλλά κάποια στιγμή βρέθηκα στην Αγγλία να κάνω κάποια μουσικά πράγματα και συνειδητοποίησα ότι ακόμα και η ίδιοι ήθελαν να είσαι ο εαυτός σου και όχι να προσποιείσαι κάτι άλλο που είναι και αστείο.
Νίκος: Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Δεν πρέπει ούτε να έχεις μία ψεύτικη προφορά για να θυμίζεις κάποιον από το Tennessee, ούτε και να έχεις βαλκανική προφορά.

Το σχόλιο που έχει ακουστεί σε όλες σχεδόν τις κριτικές είναι η ομοιογένεια που έχει ο δίσκος. Δεν ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι, χωρίς όμως να πέφτει και η ποιότητα. Πόση δουλειά και προσπάθεια χρειάστηκε αυτό;
Νίκος: Το δουλέψαμε πάρα πολύ, με καθημερινές αλλαγές στίχων ή αλλαγές στο arrangement, κόψαμε κομμάτια, αλλάξαμε παραγωγές, αλλάξαμε το mastering όλου του δίσκου, δεν κάναμε εκπτώσεις για να το καταφέρουμε. Όλες οι αλλαγές όμως είχαν σαν σκοπό την ομοιογένεια των κομματιών. Να είναι σαν concept δίσκος χωρίς όμως μία ιστορία.

Πάμε λίγο στο όνομα της μπάντας. Πώς μια μεγάλη καταστροφή στην Αμερική δημιουργεί σήμερα το όνομα μια μπάντας;
Νίκος: Το όνομα αυτό βγήκε το 2006.
Λυδία: Τότε είχε αρχίσει να διαφαίνεται η οικονομική κρίση στην Αμερική και ακουγόταν ότι θα φτάσει και στην Ευρώπη.
Νίκος: Πήραμε αυτό το όνομα, επειδή είμασταν τόσο μέσα στην αμερικάνικη μουσική, αλλά θέλαμε να διαχωριστούμε από τη συντηρητική πλευρά της Αμερικής.

Τι είναι το Great Fandango;
Νίκος: Το Fandango κατ’αρχάς είναι ένας παλιός χορός και έχει και την έννοια της φιέστας του Μεξικό. Στη δική μας περίπτωση σημαίνει το μεγάλο λίκνισμα της ζωής και τις αλλαγές που περιέχουν τη θλίψη την απώλεια φυσικά, όπως όλες οι αλλαγές. Οι Μεξικάνοι γιορτάζουν στη χαρά, αλλά και στη θλίψη, έχουν άλλωστε και τη γιορτή του θανάτου με χορούς fandango. Έχει αυτό το δυσυπόστατο στοιχείο. Εγώ πιστεύω ότι το δικό μας Mother Earth Rock έχει να κάνει με την αμφιθυμία της παραδοξότητας, με πράγματα που σε κάνουν να αλλάζεις και να δυσκολεύεσαι.

Πώς προέκυψε το εξώφυλλο του «The Great Fandango»;
Νίκος: Είναι ένας πίνακας του Δημήτρη Παπαστάμου. Στην αρχή δίσταζα να του κάνει την πρόταση, αλλά τελικά όχι μόνο δέχτηκε να μας δώσει το σχέδιο, αλλά μου χάρισε και τον πίνακα. Όταν τον έδειξα στα παιδιά τους φάνηκε λίγο περίεργος, ότι δεν θα μπορούσε να σταθεί σαν εξώφυλλο. Μέχρι τώρα όλα μας τα εξώφυλλα τα είχε κάνει η Λυδία.
Λυδία: Οτιδήποτε γραφιστικό, αφίσα, website κτλ, τα κάνω όλα εγώ. Μάλιστα αρχικά ήταν δική μου ιδέα να το πούμε στο Δημήτρη, ο Νίκος δίσταζε. Είχα κάνει κι εγώ ένα σχέδιο, αλλά δεν με έπειθε αρκετά. Ήθελα κάτι πιο δυνατό. Είχα κάνει όλο το περιβάλλον σχέδιο με τα στάχυα κτλ και τελικά έγινε ένα πάντρεμα με τον πίνακα του Δημήτρη.

Πώς πάει ο δίσκος;
Νίκος: Πάει καλά. Βγήκε το Μάιο, η αγορά του βινυλίου πάει καλά, εξαντλείται, έχει πάρει πολύ καλές κριτικές. Όλη αυτή η αντιμετώπιση του τύπου και του κόσμου μας έδωσε μία ώθηση.
Πάνος: Νομίζω ότι το feedback ήταν ανέλπιστο για τη συγκεκριμένη περίοδο, που δύσκολα βλέπεις ανθρώπους να αντιλαμβάνονται τις πιο ιδιαίτερες μουσικές. Εμείς το πετύχαμε κι αυτό μας τροφοδότησε τρομερά στο να συνεχίσουμε.

Τι να περιμένουμε από εδώ και πέρα;
Νίκος: Θα έχουμε τον Οκτώβριο ένα live για τα 10 χρόνια των Dustbowl και μαζί και η παρουσίαση του «The Great Fandango». Τον Αύγουστο περιμένουμε το video clip του «Linger On», το οποίο θα δώσει και το στίγμα της μπάντας.

Πες μας για το video clip. Έχουν αρχίσει τα γυρίσματα;
Νίκος: Έχουν τελειώσει κιόλας. Το video clip, όπως και το live των 10 χρόνων, το έχει επιμεληθεί το Merlin’s Music Box. Κοντά στα Χριστούγεννα θα κυκλοφορήσουμε ένα single με 2 κομμάτια, ως συνέχεια του ήχου μας, τα οποία αναπόφευκτα πρέπει να βγάλουμε και αφορούν το προσφυγικό πρόβλημα. Δεν έχουμε να εμφανίσουμε κανένα project, παρά μόνο αυτά τα 2 κομμάτια. Δεν μπορούσαμε όμως να μην τα βγάλουμε, είναι κάτι που μας αφορά, γιατί δε ζούμε σε άλλο κόσμο.

Νίκο θες να μου πεις δύο λόγια για τις παλιές σας δουλειές; Ας ξεκινήσουμε από το «Ramblin’ Blues».
Νίκος: Γενικώς μ’αρέσει να κάνω αυστηρή κριτική. Ήταν μία φάση που μας αρκούσε να παίζουμε ένα παλιό country ήχο.

«Troublebound & Lonesome»;
Νίκος: Συνεχίσαμε στο ίδιο ύφος. Γενικά είχαμε μία πολύ ανοδική πορεία.

«Goin’ Down»;
Νίκος: Αυτός ήταν ένας διαχρονικός δίσκος.
Λυδία: Ήταν ένα ωραίο σημείο και αλλαγή του ήχου μας.
Νίκος: Ήταν η πρώτη μας μεγάλη αλλαγή, από το «Goin’ Down» και μετά βρήκαμε τον ήχο μας και τον στηρίζουμε.

«Suicide Avenue»;
Νίκος: Είναι ένα από τα καλύτερά μας κομμάτια αυτό και το «Winter’s Almost Gone». Αυτό το single το κάναμε για να το έχουμε έτοιμο μετά το Μέγαρο, για να ξεφύγουμε από το Johnny Cash Show.

«Black River’s Chest»;
Νίκος: Το ομώνυμο κομμάτι μ’αρέσει πάρα πολύ. Είναι στην ουσία το πρώτο κομμάτι από το «Goin’ Down», το «The Burden», με άλλους στίχους και σε διασκευή. Το «Flamin’ Rose» δε μ’αρέσει, ήταν στην ουσία ένα χαβανέζικο κομμάτι που φτιάξαμε με το Γιάννη και δεν είχαμε ποτέ σκοπό να το παίξουμε live.


(Photos By Pavlos Fysakis & Renata Grammatikou)