Συγκρότημα, που όπου και αν παίζει, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, έχει αυτό το κάτι, το ιδιαίτερο, να ξεσηκώνει το κόσμο. Παρουσία, και μουσική βγαίνουν στη σκηνή με ένα όνομα. Killson. Οι Θεσσαλονικείς, το τελευταίο χρόνο έχουν αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές για την δουλειά τους και η τελευταία εμφάνιση τους στη Αθήνα μας έδωσε την ευκαιρία να πιούμε έναν απολαυστικό καφέ συζητώντας πράγματα γύρω από τη μουσική και τις προοπτικές που τους άνοιξε το «In Limbo«. Στη κουβέντα είχαμε τη χαρά να έχουμε και τον Μάκη Λαζαρίδη (SklerotikZ) ο οποίος συνόδευσε του Killson στην Αθήνα, ως προσωρινός αντικαταστάτης του Βασίλη Καπιτανίδη (Κιθάρα). Ενθουσιασμό, χαμόγελο, και πολύ μουσική γέμισε τη κουβέντα μας μια μπάντα που μόνο αν την δείτε ζωντανά θα καταλάβετε ποια είναι τα στοιχεία για να την αποκαλέσετε μεγάλη.
Η.Μ.: Να ξεκινήσουμε με κάτι κοινότυπο. Πείτε μας λίγα λόγια για τη μπάντα, πότε ξεκίνησε, πώς φτάσαμε στο δίσκο, για τη μέχρι τώρα πορεία σας.
Jim Killson: Ξεκινήσαμε το 2011 ως τρίο, με άλλο line up. Ξεκινήσαμε με το Δημήτρη Στεφανίδη στο μπάσο και τον Πάνο Μαργιόλη στα τύμπανα, τον τότε drummer των INK από την Αλεξανδρούπολη. Γράψαμε παρέα και το album βγήκε το 2015 με τη Rock Of Angels Records. Μέχρι τότε περάσαμε πολλά, αλλαγές στο line up κτλ. Κατασταλάξαμε σε ένα τρίο, στο οποίο κατέληξε ο Γιάννης Χαραλαμπίδης ως drummer, ο οποίος είναι και ο μικρός της παρέας. Αργότερα χρειάστηκε να βάλουμε μια δεύτερη κιθάρα για να καλύψουμε την ηχητική του δίσκου, έτσι όπως ηχογραφήθηκε και εξελίχθηκε πολύ καλά αυτό, νιώσαμε ότι μας ταίριαξε και παραμείναμε τετράδα, με το Βασίλη Καπιτανίδη στην κιθάρα.
Η.Μ.: Αυτά τα 4 χρόνια ήταν μια περίοδος πειραματισμών για να βρείτε τον ήχο, στον οποίο θα καταλήξετε;
Jim Killson: Ήταν 4 χρόνια μέσα στα οποία πέρασε ένα στρατιωτικό, κάποιες επιλογές καριέρας και διαβίωσης, κάποιες προσωπικές δυσκολίες του καθενός.
Η.Μ.: Ο δίσκος ήταν από την αρχή ο μεγάλος στόχος ή προέκυψε στην πορεία;
Jim Killson: Υπήρχε υλικό από το 2003. Τότε παίζαμε με άλλες μπάντες. Το υλικό αυτό είχε άλλη μορφή, δεν ήταν απαραίτητα η μορφή αυτή που έχει ακούσει ο κόσμος ως τώρα. Ήταν κάποια τραγούδια γραμμένα σε punk versions. Απλά επειδή ήταν μελωδικά μπορέσαμε και τα φέραμε στα μέτρα των Killson αργότερα. Το «Addiction» για παράδειγμα ήταν ένα από αυτά τα τραγούδια. Το 2006 γράφτηκε επίσης πολύ υλικό, σε μια φοιτητική, πιο σκοτεινή περίοδό μας, που ασχολούμασταν πολύ με το metal και groovy και πιο ακραίο metal. Τέλος πάντων, το όλο πράγμα πήρε μορφή όταν καθίσαμε να το γράψουμε στο studio. Εκεί αποφασίσαμε πού θέλουμε να πάμε τον ήχο μας.
Δημήτρη Στεφανίδη: Βέβαια οι Killson στην ουσία άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά από το 2010 και μετά. Μέχρι τότε γράφαμε διάφορα, αλλά είχαμε και χιλιομετρική απόσταση, επικοινωνούσαμε μέσω mail συνέχεια. Μετά το 2010 αρχίσαμε να μπαίνουμε στο studio, να ψάχνουμε άτομα, να κινούμαστε λίγο στο χώρο. Ξέραμε το χώρο από άλλες μπάντες που παίζαμε, αλλά τότε ξεκίνησε να δένει το πράγμα.
Η.Μ.: Και πότε αποφασίσατε ότι θα κάνετε δίσκο;
Jim Killson: Όταν μαζεύτηκε υλικό. Υπήρχε πολύ υλικό για το «In Limbo», υπήρχαν γύρω στα 20-22 κομμάτια. Αυτά δουλεύτηκαν ψιλοβιαστικά, γιατί όταν μπαίνεις στο studio και ειδικά όταν έχεις καινούριους παίκτες, αυτό που σε νοιάζει κυρίως είναι να δουλέψεις τον ήχο. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μια 10αριά κομμάτια σε μια σοφίτα.
Η.Μ.: Βγαλμένο από αμερικάνικη ταινία !
Δημήτρης Στεφανίδη: Κανονικά !!! (Γέλια)
Jim Killson: Εν τέλει μεταφερθήκαμε στο studio και δουλεύτηκαν 13 κομμάτια και 1 ακουστικό και στο δίσκο κατέληξαν 12. Αυτά που έμειναν εκτός θα κυκλοφορήσουν σε κάποια φάση, αλλά μάλλον ιντερνετικά.
Η.Μ.: Από εδώ και πέρα, αφού ο πρώτος στόχος που ήταν ο δίσκος πραγματοποιήθηκε, ποιο είναι το ταβάνι των Killson;
Jim Killson: Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι, αλλά θέλουμε να είναι πολύ ψηλό. Πρωτίστως μας ενδιαφέρει να περνάμε καλά, γιατί αυτό που κάνουμε το κάνουμε με πολύ αγάπη, κάνουμε πολλά πράγματα στην άκρη για να το κάνουμε αυτό, κάνουμε πολλές θυσίες, ξοδεύουμε λεφτά από τις δουλειές μας γι’ αυτό, βασικά δουλεύουμε γι’ αυτό και για τα έξοδα του σπιτιού μας.
Αυτό που θέλαμε ήταν να δείξουμε στον κόσμο ότι είμαστε εδώ, ότι είμαστε δραστήριοι, ότι μπορούμε να παίξουμε και ότι θα θέλαμε να το μάθει αυτό ο κόσμος, να διασκεδάσουν μαζί μας, να διασκεδάσουμε κι εμείς μαζί τους.
Η.Μ.: Από τη μέρα που βγήκε το album έχω ακούσει κι έχω διαβάσει καλές κριτικές κι γενικώς υπάρχει ένα πολύ καλό feedback από τον κόσμο. Εσείς το έχετε αισθανθεί αυτό;
Δημήτρης Στεφανίδη: Ναι, το βλέπουμε. Βέβαια όλες οι κριτικές και αρνητικές και θετικές είναι καλοδεχούμενες εννοείται.
Jim Killson: Έχει συμβεί να έχουμε και αρνητικές κριτικές, αλλά ευτυχώς όχι κακοπροαίρετες.
Δημήτρης Στεφανίδης: Και η αρνητική κριτική είναι για να γίνεις καλύτερος. Αλλά γενικώς έχουμε πολύ θετικό vibe από αυτό που πάμε να κάνουμε.
Jim Killson: Προσπαθούμε γενικά να είμαστε low profile σ’αυτά τα σχόλια, γιατί προφανώς και χαίρεσαι όταν κάποιος σου λέει ότι αυτό που κάνεις το κάνεις καλά, αλλά εν τέλει θα κρατήσεις την παρουσία και τη στήριξη του άλλου σε βάθος χρόνου. Πολύ ρεαλιστικά, υπάρχουν πάρα πολύ αξιόλογες μπάντες. Δεν μπαίνουμε στο tripάκι να πούμε ποιος είναι καλύτερος και ποιος είναι χειρότερος. Διότι φυσικά υπάρχουν πολύ καλύτεροι από εμάς και σαφέστατα υπάρχουν και κάποιοι που δεν παίζουν τόσο καλά.
Μάκης Λαζαρίδης: Το θέμα είναι η μουσική. Να το αισθάνεσαι και να το αγαπάς. Αν βγάλεις αυτό στον κόσμο, τελείωσε. Δεν χρειάζονται συγκρίσεις. Και πρέπει να είμαστε μια ομάδα, όχι 4 άτομα, αλλά μία ομάδα. Αν ξεφύγει ο ένας, ξέφυγε όλη η ομάδα.
Η.Μ.: Είναι γεγονός ότι οι μπάντες που κράτησαν χαμηλό προφίλ μόνο σε καλό τους βγήκε, σε αντίθεση με αυτές που έκαναν κάποια επιτυχία και βγήκαν μετά με άλλο ύφος.
Δημήτρης Στεφανίδης: Η φλυαρία και ο ναρκισσισμός σε αυτό το χώρο δεν έχουν ουσία, δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με αυτά τα πράγματα. Είμαστε εδώ να περάσουμε όλοι καλά, να κάνουμε αυτό που ευχαριστεί την ψυχή μας και να βγει ένα αποτέλεσμα.
Η.Μ.: Αυτοκριτική κάνετε; Και ποια είναι αυτά τα πράγματα που θεωρείτε ότι πρέπει να διορθώσετε;
Jim Killson: Όποτε κάνεις μία εμφάνιση, οπουδήποτε και να είναι, ό,τι ύφος και να έχει, ακόμα και μία συνέντευξη ή μια γνωριμία, το σκέφτεσαι μετά ή μπορεί να το ακούσεις ή να το δεις σε βίντεο και βγάζεις άπειρα συμπεράσματα για το τι δεν είπες ή δεν έκανες καλά. Καλό είναι να δουλεύεις τον εαυτό σου. Αν θέλεις να έχεις ένα επίπεδο, πρέπει να το προσέχεις αυτό.
Δημήτρης Στεφανίδης: Σημασία έχει να δουλεύεις πάρα πολύ τη μουσική σου, να έχεις πειθαρχία, να είσαι συγκεντρωμένος και πάνω απ’όλα να πιστεύεις σ’αυτό που κάνεις. Και αυτό που θέλουμε και από τις συνεργασίες μας είναι να είναι όλοι αυθεντικοί σ’αυτό που κάνουν.
Βέβαια πλέον έχουμε «αδελφοποιηθεί» με μπάντες, οι οποίες μπορεί να είναι διαφορετικού στυλ από εμάς, γιατί πολύ απλά πιστεύουν αυτό που κάνουν και έχουμε κοινό γνώμονα. Οι Fly By Wire και οι Countown είναι τέτοια παραδείγματα.
Η.Μ.: Λέμε ότι το τάδε group είναι μπαντάρα. Ποιος είναι για εσάς ο ορισμός αυτού;
Jim Killson: Μπαντάρα είναι η μπάντα που θα σε καθηλώσει να τη δεις live, είναι η μπάντα που θα ακούσεις στις δύσκολες στιγμές σου, που θα σε χαλαρώσει και που γενικά θα συνδυάσεις τη μουσική της με μία δική σου κατάσταση, θα σε ταξιδέψει, θα τη φανταστείς όπως θέλεις. Αυτό το πράγμα είναι υποκειμενικό.
Γιάννης Χαραλαμπίδης: Μπαντάρα είναι μία παρέα στη ζωή σου, μία διέξοδος συναισθηματική, είναι σαν ένας άνθρωπος που σε στηρίζει.
Jim Killson: Επίσης μία μπαντάρα είναι αυτή που προσέχει τον ήχο της, που είναι καλά προβαρισμένη, που είναι δεμένη πάνω στη σκηνή. Αυτό είναι το τεχνικό κομμάτι, αλλά στο live φαίνονται όλα.
Δημήτρης Στεφανίδης: Και φυσικά η μπαντάρα κρίνεται από το έργο που αφήνουν πίσω τους και πόσο έχουν καθιερωθεί.
Η.Μ.: Τι μουσική παίζουν οι Killson;
Jim Killson: Λέμε ότι παίζουμε post grunge και alternative metal. Κάπου εκεί έχουμε εντάξει τους εαυτούς μας. Για τους rockάδες είμαστε αρκετά metalάδες και για τους metalάδες είμαστε αρκετά rockάδες. Είμαστε κάπου στο ενδιάμεσο.
Η.Μ.: Οι επιρροές της μπάντας ποιες είναι;
Jim Killson: Το όλο εγχείρημα των Killson έχει βασιστεί πολύ πάνω στο Seattle, full επιρροή από Nirvana, Alice In Chain, Pearl Jam, Soundgarden, Silverchair, όσον αφορά τα φωνητικά επιρροές από Bush και βέβαια πολλές επιρροές από ’90s αλλά και ’00s, χαμηλό κούρδισμα, κορνίστικα, deftoneάδικα, κάπου εκεί βρισκόμαστε όλοι και επίσης όλοι έχουμε περάσει από το metal π.χ. με Machine Head, γενικά groovy πράγματα. Τώρα τελευταία ασχολούμαστε πάρα πολύ με την αμερικάνικη alternative ως άκουσμα, γουστάρουμε πάρα πολύ τους Chevelle, Staind, Saint Asonia, Alter Bridge κτλ.
Γιάννης Χαραλαμπίδης: Βέβαια σε προσωπικό επίπεδο ο καθένας έχει τις δικές του επιρροές, αλλά αυτές είναι πάνω κάτω οι κοινές επιρροές της μπάντας.
Η.Μ.: Τι σημαίνει για εσάς Killson;
Δημήτρης Στεφανίδη: Ο καθένας το αντιλαμβάνεται πολύ υποκειμενικά το Killson.
Jim Killson: Όλοι ρωτάνε από που προκύπτει. Εμείς λέμε ότι έχει να κάνει με τον άσωτο υιό, το γιο από φόνο. Είναι λίγο Generation X, είναι λίγο μηδενισμός, έχει να κάνει με τα ’90s που μεγαλώσαμε και τη γενιά που έκανε επανάσταση χωρίς αιτία, γενικά το όνομα αντιπροσωπεύει την οργή που υπάρχει στον ήχο μας.
Η.Μ.: Η θεματολογία των στίχων σας έχει να κάνει με την καθημερινότητα. Ποια ανάγκη δημιουργήθηκε για να γράψετε γι’ αυτά τα θέματα;
Jim Killson: Όταν καλείσαι να γράψεις ένα τραγούδι μπορείς να το κάνεις με πολλούς τρόπους. Μπορείς να το κάνεις σαν project, να πεις ότι έχεις ένα riff και να κολλήσεις μια ωραία φωνητική γραμμή από πάνω και να γράψεις εύηχα στιχάκια και ψαγμένα. Είναι δύσκολο να το κάνεις αυτό, ειδικά αν γράφεις σε ξένο στίχο. Υπάρχει όμως κι άλλος τρόπος. Μπορείς να «χρησιμοποιήσεις» μια δική σου, προσωπική εμπειρία, την οποία θέλεις να βγάλεις σε ένα τραγούδι. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει στους Killson είναι ότι γίνεται ένα συνονθύλευμα όλων αυτών των πραγμάτων που σου περιέγραψα. Γενικά υπάρχει μία ανάγκη για να εκφράσεις αυτό που υπάρχει στο κεφάλι σου. Δεν είναι το τώρα, είναι κάτι πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, πιθανότατα κάποια τραγούδια μιλάνε για κάποιες εμπειρίες, για κάποιες άσχημες καταστάσεις, είναι κάτι σαν ψυχανάλυση.
Η.Μ.: Γίνεται ανάγκη από ένα σημείο και μετά να εκφραστείς έτσι;
Jim Killson: Ναι, γίνεται ανάγκη. Όπως το λες. Και όλο το εγχείρημα της μουσικής είναι μία ανάγκη. Χωρίς αυτό θα είμασταν δυστυχείς.
Η.Μ.: Ποια είναι η σχέση σας με τον Γιάννη Γκαμίλη, μέλος των Playground Circus ο οποίος έκανε και τη μίξη του δίσκου σας;
Jim Killson: Με τον Γιάννη είμασταν φίλοι από τη Θεσσαλονίκη. Έκανε τη μίξη μαζί με εμάς, στο Independent Sound Studio στη Θεσσαλονίκη, εκεί έγινε και η ηχογράφηση του δίσκου. Έχουμε μοιραστεί κάποια κοινά stages, έχουμε παίξει στο παρελθόν και σε κάποια δικά του projects. Υπήρξαμε μέλη των τότε Funky Monkey και μετέπειτα Playground Circus. Χώρισαν πια οι δρόμοι μας, γιατί έφυγε στην Αγγλία.
H.M.: Οπότε έτσι προέκυψε το δέσιμο και η συμμετοχή του στο δίσκο σας στο κομμάτι της μίξης;
Jim Killson: Στη Θεσσαλονίκη είχαμε μία «κυτίδα» δημιουργίας, η οποία βρήκε στέγη σε εκείνο το χώρο. Εκεί γράφτηκαν κάποιοι δίσκοι, ο δικός μας και του Γιάννη. Αναπτύχθηκαν κάποιες προσωπικές σχέσεις και έτσι έγινε. Επίσης συμμετοχή στο δίσκο είχε ο Θάνος ο Μυλωνάς, ο οποίος ουσιαστικά έκανε όλη την παραγωγή και το mastering.
H.M.: Υπάρχει σαν σκέψη να ακολουθήσετε τα βήματα του Γιάννη και να βγείτε εκτός Ελλάδας;
Jim Killson: Είναι όλα στο πρόγραμμα. Θέλουμε πάρα πολύ να tourάρουμε.
Η.Μ.: Είσαστε έτοιμοι γι’αυτό;
Jim Killson: Ναι, είμαστε πανέτοιμοι. Για το «In Limbo» είμαστε έτοιμοι, έχουμε δουλεμένο live set και είμαστε
Δημήτρης Στεφανίδη: Και ψυχολογικά είμαστε έτοιμοι.
Από mini tour που κάναμε παλιά με άλλες μπάντες ξέρουμε ότι είναι δύσκολη σαν διαδικασία, γιατί έχεις να κάνεις μονίμως με τους ίδιους ανθρώπους και δεν είναι και όλες οι μέρες καλές.
Jim Killson: Βέβαια αρχικά η σκέψη είναι να παίξουμε στην Ελλάδα lives και αυτό κάνουμε τελευταία, αλλά αν προέκυπτε κάποια πρόταση για εξωτερικό θα είμασταν θετικοί.
Η.Μ.: Θα σκεφτόσασταν να φύγετε μόνιμα για εξωτερικό;
Jim Killson: Κι αυτό είναι στο πρόγραμμα. Υπάρχει πάντα η σκέψη να παρατήσεις αυτό που κάνεις εδώ για βιοποριστικούς λόγους για να πας να κυνηγήσεις αυτό που πραγματικά θες να κάνεις.
Δημήτρης Στεφανίδη: Με ότι δυσκολίες κι αν κρύβει αυτό.
Jim Killson: Έχουν υπάρξει στο παρελθόν στιγμές που σκεφτήκαμε να το κάνουμε, μπήκαν στη μέση δυσκολίες οικονομικές κτλ, έμεινε στην άκρη το σχέδιο, αλλά γενικά είναι στο πρόγραμμα, μπορεί κάποια στιγμή να γίνει. Βέβαια δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να γίνει αυτό, ενώ μπορείς να κάνεις πράγματα και από την Ελλάδα.
Γιάννης Χαραλαμπίδης: Υπάρχει πάρα πολύς χώρος για μπάντες να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, δεν είναι ότι έχει κορεστεί.
Jim Killson: Το θέμα είναι να καθιερωθείς και αυτό θέλει καιρό.
Γιάννης Χαραλαμπίδης: Σημασία δεν έχει πού μένεις, αλλά το να είσαι δραστήριος και η διάθεση που έχεις.
Δημήτρης Στεφανίδη: Σε μία πρόσφατη συνέντευξη των Ελλήνων Dirty Granny Tales, οι οποίοι ανήκουν στις μπαντάρες, ο τραγουδιστής τους είχε πει ότι το γεγονός ότι μετακόμισαν στο Βερολίνο τους βοήθησε μόνο ως τοποθεσία, γιατί βρίσκονται στο κέντρο της Ευρώπης και η μετακίνηση είναι λίγο πιο εύκολη. Και συμφωνούμε με αυτό.
Η.Μ.: Μέσα από τη συζήτησή μας προκύπτει ότι η προβολή για μία μπάντα είναι απαραίτητη. Εσείς τι κάνετε γι’αυτό;
Γιάννης Χαραλαμπίδης: Το καλύτερο μακράν μέσο για να προβάλεις τη δουλειά σου είναι το live. Οι δίσκοι και οι συνεντεύξεις είναι μια χαρά, απλά δεν υπάρχει η διαπροσωπική σχέση που έχεις στο live με το κοινό που είναι από κάτω.
Jim Killson: Αμέσως μετά βέβαια είναι τα social media. Στις μέρες μας δε νοείται μπάντα που να θέλει να προβάλει τη δουλειά της και να μην παίζει τα social media στα δάχτυλα. Μετά υπάρχουν οι promoters, οι οποίοι μπορούν να ασχοληθούν μαζί σου. Υπάρχουν blogs και sites, όπως το HardMusic, τα οποία στηρίζουν την ελληνική σκηνή. Όλα αυτά είναι μέσα στο «πακετάκι» της προβολής και εμείς προσπαθούμε να τα ακολουθούμε. Δεν είναι πάντα εύκολο, χρειάζεται ένας άνθρωπος να τρέχει αποκλειστικά αυτά, αλλά αυτή τη στιγμή είμαστε managers οι ίδιοι.
Η.Μ.: Τι σημαίνει για εσάς η λέξη αναγνώριση;
Jim Killson: Ωραία ερώτηση. Αναγνώριση είναι όταν ένα μεγάλο μέρος του κόσμου τραγουδάει το κομμάτι σου στο live. Κι αφού πεθάνεις να σε παίζουν ακόμα τα ραδιόφωνα. (γέλια). Η αναγνώριση είναι όταν αυτό που κάνεις έχει αντίκτυπο, όταν αναγνωρίζει κάποιος ότι έχεις αφιερώσει χρόνο, χρήμα, προσωπικό πάθος σ’αυτό που κάνεις, είναι το feedback που παίρνεις.
Μάκης Λαζαρίδης: Eίναι το στοίχημα που βάζεις με τον εαυτό σου κι ο κόσμος το αναγνωρίζει, να αφήσεις ένα λιθαράκι στη μουσική κι επίσης όταν βλέπεις ότι κάποιος ενδιαφέρεται να συνεργαστεί μαζί σου.
Δημήτρης Στεφανίδη: Μέσα στα χρόνια υπήρξαν και μπάντες, με τις οποίες υπήρξαν και προστριβές και ίσως πήγαν και σε προσωπικό επίπεδο. Κι όμως μέσω της μουσικής όλα αυτά μπήκαν στην άκρη και πλέον μπορεί να βρισκόμαστε στο ίδιο stage. Και αυτό είναι αναγνώριση και προσωπική και μουσική.
Η.Μ.: Από ελληνική σκηνή τι ακούτε;
Δημήτρης Στεφανίδη: Στα εφηβικά μας χρόνια ακούγαμε πολύ ελληνικό punk. Για διάφορους λόγους, γιατί είμασταν οργισμένοι έφηβοι και βέβαια έπαιζε ρόλο και η αμεσότητα του ελληνικού στίχου.
Jim Killson: Τώρα ακούμε Fly By Wire, Countown. M3mphis, Jane Doe, Breath After Coma, προφανώς καθιερωμένες πια μπάντες, όπως οι Planet Of Zeus, Walking Stone Giants, 1000 Mods. Γενικά δεν ακούμε πολύ stoner, αλλά όταν κάτι είναι αξιόλογο δεν γίνεται να μην το ακούσεις. Πολύ ελληνικό hip hop επίσης. Από metal Rotting Christ, Septic Flesh, δεν γίνεται να μη δώσεις σημασία σ’αυτές τις μπάντες. Dirty Granny Tales επίσης, που τους προαναφέραμε.
Η.Μ.: Φτάσαμε στο τέλος. Πείτε μας λίγα λόγια για τους αναγνώστες μας.
Jim Killson: Να πιστεύουν όλοι σε αυτό που κάνουν, ό,τι κι αν είναι αυτό, και να το ακολουθούν μέχρι το τέλος. Αγάπη, rock’n’roll πολύ, να ξεδίνουν όσο μπορούν, να αφήνουν στην άκρη τα προβλήματα της καθημερινότητας και να χαμογελούν ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος. Ευχαριστούμε πολύ!