Μια σχετικά νέα εταιρία στο χώρο της ελληνικής σκηνής με διαφορετική φιλοσοφία και κουλτούρα κατάφερε να μας απασχολήσει αρκετά στο πρόσφατο παρελθόν. Το επικείμενο Modern Mental Rebellion 3 μας έδωσε την ευκαιρία να χτυπήσουμε την πόρτα των συντελεστών για να μας αναλύσουν από πρώτο χέρι τον τρόπο λειτουργίας και μεθοδολογίας που ακολουθούν στα event τους.
ΗΜ: MMR (Modern Mental Rebels): Τι σημαίνουν τα αρχικά για εσάς ;
Kay Darens (Schooldrivers): Σύγχρονοι Πνευματικοί Επαναστάτες: Είναι η σωστή περιγραφή για αυτό που κάνουμε. Είμαστε στο τώρα – δεν δουλεύουμε με κανόνες του χθες (modern), όλο αυτό είναι αποτέλεσμα πνευματικής εργασίας που είναι αδιάκοπη (mental) και εφαρμόζουμε ριζοσπαστικές ιδέες χωρίς το φόβο της αποτυχίας (rebels). Η MMR είναι μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζονται την ίδια φιλοσοφία. Είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη ένωση καλλιτεχνών στην Ελλάδα και ορίζει τον εαυτό της ως ένα ανοικτής πρόσκλησης πειραματικό όχημα ανάπτυξης για τα μέλη της.
ΗΜ: Ποιος ήταν ο αρχικός στόχος της ίδρυσης της εταιρίας, έχει διαφοροποιηθεί από τότε κάτι και αν ναι, τι είναι αυτό ;
Ανδρέας Αναστόπουλος (Schooldrivers): Όχι. Ο στόχος αν και πολύ πειραματικός στην αρχή προέκυψε από την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα όχημα που πάνω του θα μπορούσαν να αναπτυχθούν δεσμοί μεταξύ των σχημάτων. Μετά ήρθαν απλά και προστέθηκαν και τα υπόλοιπα ως αποτέλεσμα αυτών. Είχαμε περάσει διάφορα στα 5 χρόνια μας τότε ως μπάντα και η κοινή μας διαπίστωση ήταν ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξει για να γίνει η κακή εμπειρία η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.
Νίκος Μπονέλης (Schooldrivers): Διαφοροποιήθηκε στο ότι δεν πίστευε κανείς μας ότι θα μεγαλώσει τόσο όλο αυτό. Ξέρεις... Ξεκινάς σε ένα τραπέζι με 4 άτομα, κλείνεις τα μάτια και βρίσκεσαι σε ένα νέο με 100. Από αυτό προκύπτουν ανάγκες να βρεις νέα εργαλεία επικοινωνίας αλλά εντέλει δεν αλλάζει δομικά ο σκοπός της εταιρείας.
ΗΜ: Τι διαφορετικό μας φέρνει η MMR ;
Kay Darens (Schooldrivers): Με μια λέξη μια νέα κουλτούρα. Μια καθοριστική αλλαγή στον τρόπο σκέψης για το πώς μπορούν να συνυπάρξουν άνθρωποι διαφορετικής φιλοσοφίας και κοσμοθεωρίας μεταξύ τους.
Phoenix (Flybywire): Η μουσική που παίζει ο καθένας μας είναι άμεσα συνυφασμένη με τον χαρακτήρα του και μια μπάντα γίνεται μπάντα όταν χαρακτήρες που συμφωνούν αποφασίζουν να συνεργαστούν. Η MMR είναι μια ιδέα που η εφαρμογή της βασίζεται στη λογική ότι μπορεί να προσαρμόζεται στους ανθρώπους της αρκεί οι άνθρωποι που την συναποτελούν να σέβονται την γενική κουλτούρα.
Κωνσταντίνος Παρασκευάς (Bazzinga): Φανταστείτε μια Jazz μπάντα. Κάθε μουσικός είναι αυτόνομος στο όργανό του αλλά ο ένας ακούει τον άλλον και όλοι μαζί «νιώθουν» τη γενική εικόνα. Έτσι και στην MMR κάθε μπάντα είναι αυτόνομη στο βαθμό εκείνο που επιτρέπει και στους άλλους το ίδιο.
Σπύρος Γράβαλος (Sin By Four): Είναι μοντέλο κοινωνίας βασικά που θα μπορούσε να μάθει πολλά από αυτό και η ίδια η κοινωνία μας. Το ego του καθενός ξεχωριστά δεν είναι μεγαλύτερο από την ίδια την κουλτούρα που μοιραζόμαστε. Αυτό όσοι το καταλαβαίνουν είναι ευπρόσδεκτοι στην MMR.
Μιχάλης Χατζόπουλος (Underhill West): Και δεν έχει σημασία το που βρίσκεσαι. Εμείς πχ είμαστε στην Ξάνθη. Εργαλεία για να συντηρήσεις την επικοινωνία με τους υπόλοιπους υπάρχουν. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πρόθεση να ασχοληθείς.
Jacob Gale (Coretheband): Αυτό ξαναπές το (Κρήτη εδώ)!
HM: Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο που ακολουθείται στην υλοποίηση ενός event ;
Kay Darens (Schooldrivers): Φυσικά. Καθώς το ίδιο το σκεπτικό μας είναι συνυφασμένο στη βάση οργάνωσής του με την πληροφορική ακολουθούμε έναν κύκλο μεθοδολογίας που μας επιτρέπει να δουλεύουμε γρήγορα και αποδοτικά. Προετοιμαζόμαστε πριν μελετήσουμε, μελετάμε πριν σχεδιάσουμε, σχεδιάζουμε πριν εφαρμόσουμε και αφού εφαρμόσουμε βελτιώνουμε αυτά που πήγαν λάθος χωρίς να παίζουμε blame game μεταξύ μας. Ειδικά το τελευταίο είναι το σημαντικότερο όλων. Είναι κομμάτι της φιλοσοφίας μας να αγαπάμε την αποτυχία. Η αποτυχία σημαίνει ότι είχες μια ιδέα, τη δοκίμασες και απέτυχε – NEXT! Τίποτα κακό σε αυτό. Μόνο η αδράνεια είναι κακή.
HM: Ποιος είναι ο μεγάλος στόχος ;
Δημήτρης Βαρβαρίγος (Heavenblack): Ο μεγάλος στόχος είναι world domination κλασσικά (γέλια)!
Σε πρώτη φάση ορίζουμε πάντως ως μεγαλόπνοο μεν – εφικτό δε στόχο βάσει του τρόπου που δουλεύει το μοντέλο της MMR την ένωση της σκηνής στην Ελλάδα ανεξαρτήτως είδους μουσικής και γλώσσας με στόχο την αύξηση των συνεργασιών μεταξύ των σχημάτων, την αναβάθμιση της ίδιας της σκηνής αλλά και της διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας έναντι τρίτων που μέχρι σήμερα βλέπουν κάθε καλλιτέχνη χωριστά και όχι ως μέρος μιας μεγαλύτερης ομάδας.
John Drake (Dirty Fuse): Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι ένα μεγάλο πάρτυ όπου μουσικοί από διαφορετικά, πολλές φορές κακώς χαρακτηρισμένα "αντίπαλα", είδη θα μοιράζονται και θα επικοινωνούν επί σκηνής τις μουσικές τους ανησυχίες με τις υπόλοιπες μπάντες αλλά κυρίως με τους ανθρώπους που θα παρευρεθούν, θα διασκεδάζουν και στο τέλος της μέρας θα φύγουν με την αίσθηση ότι η μουσική είναι μια... Αυτή που μιλάει μέσα μας!
Kay Darens (Schooldrivers): Ο τρόπος που δουλεύουμε στηρίζεται στο σεβασμό της διαφορετικότητας και της αυτονομίας του καθενός μας. Είμαστε όλοι διαφορετικοί άνθρωποι – φυσικά υπάρχουν κανόνες αλλά σε μια κλίμακα μεταξύ αυτονομίας και ενός πειθαρχικού συστήματος γέρνουμε προς το πρώτο. Αυτό είναι και η βάση για να μην είναι όραμα αυτός ο στόχος.
HM: Τι περιθώρια έχει η ελληνική σκηνή να φτάσει να λειτουργήσει στα πρότυπα του εξωτερικού ;
Jim Killson (Killson): Η ελληνική σκηνή σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί ήδη στα πρότυπα του εξωτερικού. Για την ακρίβεια, ειδικά στην περίπτωση των live μουσικών σκηνών χωρητικότητας 500-2500 ατόμων υπάρχουν σκηνές κοσμήματα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη όπως το πρόσφατο Piraeus Academy ή το Principal που όχι μόνο δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από αντίστοιχες του εξωτερικού αλλά πολλές φορές λόγω ακριβώς του ότι είναι μεταγενέστερες είναι και καλύτερες από πλευράς εξοπλισμού, ηχητικής υποδομής και κανόνων ασφαλείας.
Kay Darens (Schooldrivers): Οι μπάντες επίσης που αποτελούν το ενεργό δυναμικό της σκηνής πλέον αναγνωρίζουν τη σημασία του καλού ήχου και σε σχέση με το τι συνέβαινε 10 χρόνια πριν η πρόοδος και στο παικτικό επίπεδο είναι θεαματική με πιτσιρικάδες που ξεκινάνε από σωστές βάσεις. Τη θέση στο «είμαι αυτοδίδακτος» έχει δώσει και το «είμαι σε ωδείο εδώ και...x χρόνια». Τη θέση στο «ακούω Ξύλινα Σπαθιά» έχει δώσει «ακούω Planet Of Zeus» και αυτό εντέλει φαίνεται από αυτό που παραδίδεται επί σκηνής τουλάχιστον στο ηχητικό – παικτικό κομμάτι. Ειδικά οι drummers στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σε ποιότητα και ποσότητα τόσο ο ανταγωνισμός στο δικό τους επίπεδο είναι τεράστιος. Στο κεφάλι μου έρχεται για παράδειγμα ο Κώστας Μυλωνάς, μεταξύ άλλων drummer των New Day Slave που ήταν η 1η επιλογή του κόσμου στο φετινό The Global Battle Of The Bands και 2οι στην πανελλήνια κατάταξη.
Μιχάλης Χατζόπουλος (Underhill West): Χωλαίνουμε ακόμη στη νοοτροπία που περιβάλλει - σε κάποιες περιπτώσεις - σκηνές 50-500 ατόμων όπου δεν τηρούνται ούτε κανόνες ασφάλειας, ούτε συνήθως έχει γίνει ακουστική μελέτη για το στήσιμο της σκηνής ή αν αυτή έγινε – τότε έγινε από εμπειρικούς επαγγελματίες στο περίπου. Και αυτό το στο περίπου έπειτα συνοδεύει το σύνολο του αποτελέσματος που παίρνει ο μαγαζάτορας στην πορεία του μαγαζιού του. Αυτό το κυνήγι δε μπαντών για να γεμίσουν το μαγαζί με κόσμο παίζοντας το ρόλο του promoter της επιχείρησης είναι το κάτι άλλο! Είναι παγκόσμιο φαινόμενο φυσικά οπότε θα μπορούσες να πεις ότι και εκεί λειτουργούμε στα πρότυπα του εξωτερικού αλλά είναι ένας από τους βασικούς λόγους χρεωκοπίας ή επιβιωτισμού τέτοιου είδους επιχειρήσεων. Αν δεν χτίσεις ΕΣΥ την επιχείρησή σου με ένα όραμα δεν μπορείς να ελπίζεις στο όραμα των άλλων για να την διατηρήσουν. Το εξωτερικό πάντως δεν είναι πανάκεια. Είναι ψευδές ότι έξω τα κάνουν καλά και εμείς εδώ όλα λάθος. Υπάρχουν πολλά πράγματα που γίνονται στο πόδι και έξω και συνήθως (δεν κάνω πλάκα σε αυτό) επιστρατεύονται Έλληνες σε θέσεις κλειδιά για να βγάλουν αποτέλεσμα τελευταίας στιγμής. Έχουμε κάνει όνομα στο photo finish μάλλον.
HM: Η επιλογή ενός venue με τι κριτήρια γίνεται ;
Kay Darens (Schooldrivers): Τα κριτήρια είναι κατά βάση 3: προσβασιμότητα > υποδομή > κόστος παραγωγής.
Nikolas Kapralos (Deejay Nic The Band): Το να είναι κοντά στο ΜΕΤΡΟ (μιλώντας για Αθήνα) είναι πολύ βασικό για εμάς ώστε να διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος θα μπορεί να έρθει και να φύγει εύκολα χωρίς να μπλέξει με parking. Επίσης το γεγονός ότι απευθυνόμαστε σε μεγάλο μέρος και σε νεανικό κοινό κάνει τον όρο προσβασιμότητα ν1 κριτήριο στις επιλογές μας και βασικό κριτήριο στη διαμόρφωση της ώρας έναρξης/λήξης της βραδιάς. Η ουδετερότητα του χώρου επίσης (το να μην είναι προσανατολισμένος σε κάποιο είδος είναι βασικό).
John Drake (Dirty Fuse): Η υποδομή έπειτα του χώρου για να υποδεχθεί μια μουσική βραδιά που μπορεί να έχει από Surf Rock και Jazz μέχρι Metal την ίδια βραδιά είναι ίσως το πιο δύσκολο κριτήριο γιατί επάνω σε αυτό δεν πατάνε μόνο οι μουσικοί για την εμπειρία τους αλλά και ο θεατής που θα έρθει που αν ο ήχος τον ξενίσει μάλλον δεν θα ξαναπατήσει το πόδι του. Λίγοι χώροι μπορούν να το υποστηρίξουν αυτό και να έχει αποτέλεσμα αλλά έχουμε μια δυνατή ομάδα πλέον με επικεφαλή τον έμπειρο ηχολήπτη Νίκο Μέρμηγκα που μπορεί να κουρδίσει ηχητικά και τους πλέον δύσκολους χώρους. Θαύματα δεν γίνονται φυσικά αλλά σίγουρα μιλάμε για ηχητική αναβάθμιση μέσα σε μια νύχτα.
Θανάσης Δαδακαρίδης (Ganzi Gun): Το κόστος παραγωγής είναι επίσης το πιο άχαρο αλλά και το βασικό κριτήριο στην επιλογή ενός χώρου για μια διοργάνωση. Από τη στιγμή που αναλαμβάνεις να στήσεις κάτι παραπάνω από μια συναυλία αυτό έχει κόστη όπως αυτό της ενοικίασης του χώρου, των εικαστικών που θα το περιβάλλουν, πιθανού επιπλέον εξοπλισμού που θα χρειαστεί για να αποδόσεις την εμπειρία όπως χρειάζεται, αμοιβές προσωπικού (πχ φωτιστή, ηχοληπτών κτλ), ασφαλίσεις, ακόμα και το εισιτήριο που θα τυπώσεις ή τα καρτελάκια για το προσωπικό έχουν κόστος. Ξεκινάς ορίζοντας ένα "break even" για να δεις αν έχεις έναν εφικτό στόχο εισιτηρίων που να μην υποδηλώνει εργασιοθεραπεία και αν πληροί την προϋπόθεση τότε προχωράς στην επόμενη μέρα.
HM: Έχουμε ελπίδες κάποια στιγμή στην ελληνική σκηνή να πληρώνονται όλες οι μπάντες για τις εμφανίσεις τους ? Πως μπορούμε να το πετύχουμε αυτό ;
Nikolas Kapralos (Deejay Nic The Band): Φυσικά και έχουμε. Στα MMR Concerts τουλάχιστον αυτό κάνουμε Φεστιβαλικού χαρακτήρα μουσικές βραδιές που οι μπάντες πληρώνονται και παίζουν μπροστά σε κοινό κατά μέσο όρο 300 ατόμων κάθε φορά. Wow ε?!
Αυτό το πετυχαίνουμε με την απλούστερη συνταγή που εφαρμόζεται σε οτιδήποτε αποφέρει κέρδη: δουλεύουμε με μέθοδο για αυτό πολύ πριν φτάσουμε στη βραδιά που παίζουμε. Για την ακρίβεια την ημέρα της συναυλίας δεν έχουμε πολλά να κάνουμε. Ότι είναι να γίνει έχει γίνει πολύ πιο πριν και εκεί κάνουμε release όλης της πίεσης, απολαμβάνοντας παράλληλα τους καρπούς της δουλειάς μας.
Jacob Gale (Coretheband): Δε λέω. Υπάρχουν μπάντες που (φαινομενικά τουλάχιστον) δεν κάνουν πολλά και απλά εμφανίζεται κόσμος. Αλλά είναι σίγουρο ότι κάποιος από πίσω δουλεύει ή δούλεψε σκληρά κάποια στιγμή για να έρθει το αποτέλεσμα. Αυτός μπορεί να είναι ο παραγωγός στο στούντιο που έστησε ένα ηχητικό διαμάντι, ο χαρακτήρας ενός frontman που προσελκύει κόσμο, ένας manager/promoter που «σκάβει» από πίσω για να βγει το αποτέλεσμα και η μπάντα να είναι χαλαρή.
Χρήστος Μούργος (4Guns): Στην περίπτωσή μας δεν πιστεύουμε σε από μηχανής θεούς ούτε θαύματα. Δεν περιμένουμε να έρθει κάποιος από το χεράκι και να κάνει την κοινή μας δράση επιτυχία. Ξέρουμε ότι χτίζουμε κάτι μεγαλύτερο από εμάς, δουλεύουμε για αυτό και εντέλει αυτός που κερδίζει δεν είναι μόνο η δική μας μπάντα, είναι η ίδια η σκηνή.
Kay Darens (Schooldrivers): Η σύνοψη είναι ότι όλες οι μπάντες θα πληρώνονται από τις εμφανίσεις τους όταν αποφασίσουν ότι αυτό σημαίνει και λίγη ανάμειξη από μέρους τους, ότι η εντροπία είναι κακός σύμβουλος και κατά βάση ότι δε νοείται να παίζεις τζάμπα. Αν είναι να παίξεις τζάμπα κάνε το για φιλανθρωπικό σκοπό ή στο σπίτι για τους φίλους σου. Για να κερδοσκοπήσει κάποιος στην πλάτη, το ταλέντο και τον αγώνα σου ούτε η ματαιοδοξία σου δεν αρκεί για να το δικαιολογήσει.
Κωνσταντίνος Κυριαζόπουλος.
