Το πολύ καλό “Days of Rage, Nights of Wrath” ήταν σαφώς η κύρια αφορμή για να πάρουμε συνέντευξη από τον Νίκο Παπακώστα, frontman των Convixion. Πέρα όμως του αυτονόητου, η μπάντα σε λίγο καιρό κλείνει 10 χρόνια ύπαρξης στην ελληνική σκηνή και οι λάτρεις του είδους, εκτός από την μουσική τους, ακολουθούν μια μπάντα που είναι αφοσιωμένη σε αυτό που κάνει, αγνοώντας τις οποιεσδήποτε αντιξοότητες. Διαβάστε τι μας είπε ο Νίκος Παπακώστας για τον νέο δίσκο και το μουσικό ταξίδι των Convixion που ξεκίνησε το 2007 και απ’ ότι φαίνεται θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμα.
Έχουν περάσει 6 χρόνια από το πρώτο full length album σας. Τι έχει μεσολαβήσει όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα;
Νίκος: Αυτό που κάναμε όλη αυτή την περίοδο ήταν πάρα, μα πάρα πολλά lives. Το 2010 κυκλοφόρησε το full lngth album, το 2011 βγήκε το 7” βινύλιο “Black Magic Night”, το 2013 βγήκε to split με τους Wrathblade και είχαμε κάποιες συμμετοχές στα cds του Metal Hammer και σε άλλα. Μετά ξεκινήσαμε να γράφουμε το νέο δίσκο, το Νοέμβριο του 2014. Η εγγραφή έγινε πολύ γρήγορα. Είπαμε τότε να απομακρυνθούμε λίγο από τα lives για να αφοσιωθούμε στο δίσκο. Αλλά το γεγονός ότι μείναμε μακριά από αυτό το κομμάτι, έκανε την απόδοσή μου στα φωνητικά να πέσει κάπως. Είχαμε ηχογραφήσει κάποια κομμάτια, τα οποία όμως δεν μας άρεσαν και αυτό έκανε τη μπάντα να κολλήσει για λίγο. Γι’αυτό είπαμε ότι είναι καλύτερα να το αφήσουμε για λίγο στην άκρη, να ξεθολώσουμε και να το ξαναπιάσουμε μετά. Αφορμή για να ξαναπάρουμε μπροστά ήταν, μετά από 7-8 μήνες, μία συμμετοχή σε cd του Metal Hammer, όπου έπρεπε να έχουμε νέο κομμάτι, αλλά και 2-3 lives που κάναμε τότε. Οπότε τα ηχογραφήσαμε όλα κι όταν πια τα τελειώσαμε αποφασίσαμε ότι είναι καλύτερα να τα αφήσουμε «ωμά», χωρίς εφέ κτλ. Και τελικά το αποτέλεσμα μας άφησε απόλυτα ικανοποιημένους.
Σε περίπου 1 χρόνο θα μετράμε τα 10 χρόνια ύπαρξης της μπάντας. Πώς σου φαίνεται αυτό;
Συχνά συζητάμε μεταξύ μας πώς θα μας βλέπουν αυτή τη στιγμή οι 20άρηδες. Μου κάνει πολύ εντύπωση το πώς περνάνε τα χρόνια.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για μία μπάντα να κρατηθεί στην ελληνική σκηνή;
Μπορώ να σκεφτώ πολλά παραδείγματα μπαντών που ξεκίνησαν επίσης πριν 10 χρόνια, αλλά πια δεν είναι ενεργές. Δεν ξέρω βέβαια τι επιζητούσε ο καθένας. Το καλό που έχουμε εμείς είναι ότι ήμασταν φίλοι και πριν τη μπάντα, αλλά και μετά γίναμε κολλητοί. Επίσης είναι πολύ σημαντικό όταν πηγαίνεις για πρόβα να αφήνεις όλα σου τα προβλήματα απ’έξω και μέσα εκεί να ξεδίνεις. Στην περίπτωσή μας βέβαια μας βοήθησε το ότι έχουμε καταφέρει κάποια πράγματα και αυτό μας κράτησε, π.χ. έχουμε κάνει δισκογραφία, πολλά lives, έχουμε παίξει στο εξωτερικό.
Γράφετε μουσική γιατί αυτό γουστάρετε ή εξυπηρετεί και κάποια άλλη προσωπική σας ανάγκη;
Εκτός του ότι το γουστάρουμε και αγαπάμε τη μουσική και τα lives, είναι και τρομερή ηθική ανταμοιβή και ικανοποίηση όταν βλέπεις τον κόσμο να γουστάρει τη μουσική σου, όπως εσύ γουστάρεις άλλες μπάντες, και να έρχεται να σου λέει όμορφα λόγια. Οπότε για εμάς τα lives είναι φοβερό συναίσθημα και ένας τρόπος για να ζεις.
Η παραγωγή του ομώνυμου album έγινε σε χρόνο 0. Σε σχέση με το νέο σας album τι άλλαξε;
Το 2010 δεν είχαμε ούτε studio, αλλά ούτε και τα χρήματα να κάνουμε όλες τις ηχογραφήσεις σε studio. Οπότε κάποια στιγμή πιεστήκαμε χρονικά κι έτσι αναγκαστήκαμε να ηχογραφήσουμε σε διάφορα studios, το κάθε όργανο μας πήρε περίπου 2 μέρες, η φωνή 1 και η μίξη το ίδιο. Και φαντάσου ότι μας είχαν πει ότι μία συγκεκριμένη μέρα στις 14:00 θα έπρεπε να είμαι με το υλικό στο εργοστάσιο παραγωγής, για να προλάβει να βγει το cd, κι εγώ έφτασα στις 13:50. Γι’αυτό και ξέρω ότι τα κομμάτια θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχε γίνει πιο σωστή παραγωγή. Στο δεύτερο δίσκο δεν κάναμε αυτά τα λάθη, είπαμε ότι θα βγει όταν μας βγει.
Ο τίτλος του album είναι “Days of Rage, Nights of Wrath”. Στιχουργικά τι μας λέει;
Κατά τη διάρκεια της παραγωγής είχαμε μεταξύ μας αρκετές διαφωνίες για τον τίτλο. Είναι κι ένα λογοπαίγνιο, μία σύνδεση με δύο αγαπημένες μας μπάντες, τους Sacral Rage και τους Wrathblade. Στιχουργικά ασχολούμαστε είτε με μπύρες και αλκοόλ, με το heavy metal, με κοινωνικά θέματα ή με την εσωτερική αναζήτηση.
Συνεργάζεστε πολλά χρόνια με την Eat Metal Records. Από την πρώτη μέρα της μπάντας;
Κατ’αρχάς εγώ παίζω και στους Strikelight, οι οποίοι συνεργάζονται από το 2003 με την Eat Metal Records και είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι, είχαμε και έχουμε αδερφική σχέση. Οπότε συνεχίσαμε εκεί και με τους Convixion και μας έχουν βοηθήσει πάρα πολύ και με τους δίσκους και με πολύ σημαντικά lives και tours, τα οποία οφείλουμε εξ ολοκλήρου στην Eat Metal.
Πέρα από τα lives, η μπάντα ασχολείται με τα υπόλοιπα μέσα προβολής, όπως π.χ. τα social media;
Δεν ασχολούμαστε τόσο πολύ. Βλέπουμε νέες μπάντες, οι οποίες από το ξεκίνημά τους έχουν facebook, youtube channel κτλ. Εμείς θεωρούμε ότι όλα αυτά δεν λένε στην πραγματικότητα πόσο καλή είναι μια μπάντα, γιατί οι αριθμοί που βλέπουμε σε view κτλ είναι πολύ συχνά πλασματικοί. Προτιμάμε ακόμα να επικεντρωνόμαστε στα lives και στο να παίζουμε καλά και να κερδίσουμε τον κόσμο έτσι.
Θεωρείς ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική σκηνή εξελίσσεται; Και τι το έχει επηρεάσει αυτό;
Αναπτύσσεται πάρα πολύ. Δεν ξέρω με σιγουριά τι το έχει επηρεάσει. Ίσως να έχει βοηθήσει σε ένα βαθμό και η κρίση, γιατί ο κόσμος αναζητά κάτι που να εκφράζει τους προβληματισμούς του. Από την άλλη, τώρα είναι πια πολύ πιο εύκολο για τις μπάντες να φτάσουν στα αυτιά του κόσμου. Έχει γίνει και πιο εύκολο να γίνουν ηχογραφήσεις και παραγωγές.
Βλέπεις διαφορά στη νοοτροπία της νέας γενιάς της σκηνής;
Νίκος: Εκτός από την υπερβολική προβολή πια, που με εκνευρίζει, θεωρώ ότι η νέα γενιά έχει ταλεντάρες.
Αν οι Convixion ξεκινούσαν τώρα θα άλλαζαν κάτι, θα προσέγγιζαν τα πράγματα διαφορετικά, θα είχαν διαφορετικούς στόχους;
Ο στόχος είναι πάντα να γράφουμε καλά τραγούδια και να κάνουμε καλά lives. Αυτό που θα άλλαζα θα ήταν να μην είμαστε βιαστικοί, γιατί έχουμε υπάρξει στο παρελθόν.
Κλείνετε φέτος 10 χρόνια ύπαρξης. Πάτε για τα 20;
Εννοείται. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο λόγο για να σταματήσουμε. Ο μόνος λόγος που βρίσκω εγώ για να σταματήσει κάποιος είναι αν είναι σίγουρος ότι ο νέος του δίσκος δεν είναι τουλάχιστον τόσο καλός ή καλύτερος από τον προηγούμενο. Αυτό που έχουμε πει ότι θα αλλάξουμε είναι να μην παίζουμε τόσο συχνά live.
Σχετικά με τα live τι είναι καλύτερο; Λίγα και καλά ή πιο συχνές εμφανίσεις;
Στο ξεκίνημά της μία μπάντα πρέπει να παίζει όσο πιο συχνά γίνεται για να τη μάθει ο κόσμος. Από κάποιο σημείο και μετά όμως πρέπει να τα αραιώνει λίγο, έτσι λείπει κιόλας στον κόσμο. Υπάρχουν παραδείγματα μπαντών που παίζουν πιο σπάνια, αλλά όταν παίζουν γίνεται χαμός. Εμείς ήδη έχουμε πει για εμάς να αραιώσουμε κάπως τις εμφανίσεις μας, έχουμε αρνηθεί κάποιες προτάσεις.
Έχετε εμπειρία από εμφανίσεις στο εξωτερικό. Έχει περάσει από το μυαλό σας να συνεργαστείτε με μία εταιρεία στο εξωτερικό;
Δεν μας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό. Έχουμε πολύ καλή σχέση με την εταιρεία μας και νιώθουμε πια ότι ο ένας βοηθάει τον άλλο και θα θέλαμε να μεγαλώσουμε μαζί.
Ποιος ασχολήθηκε με το artwork;
Αυτή τη φορά δεν είχαμε καμία ιδέα για το τι να κάνουμε. Είχαν επικοινωνήσει και κάποιοι καλλιτέχνες μαζί μας για συνεργασία. Τελικά η ιδέα ήταν του Μάνου, του drummer μας, ο οποίος την είπε στο φίλο μας το Στέφανο από Ravencult, ο οποίος ασχολείται με τα γραφιστικά, του έδωσε και τρεις φωτογραφίες και βγήκε αυτό το αποτέλεσμα. Όταν το είδαμε μας άρεσε πάρα πολύ, γιατί βγάζει κάτι παλιομοδίτικο, αλλά βγάζει και αυτό το συναίσθημα του live που μας αντιπροσωπεύει απόλυτα. Επίσης αλλάξαμε το λογότυπό μας. Το cd μέσα είναι πάρα πολύ λιτό, έχει μόνο στίχους.
Η παραγωγή έγινε στο δικό σου studio;
Ναι, από Α ως το Ω.
Την ανέλαβες εσύ;
Ναι. Κάποια στιγμή που πελαγώσαμε σκεφτήκαμε να δώσουμε τη μίξη στα Feedback Studios, αλλά τελικά το προχωρήσαμε και το αποτέλεσμα μας ικανοποίησε απόλυτα. Κι επειδή θέλαμε ο δίσκος να έχει live ύφος φαντάσου ότι έχουμε αφήσει μέχρι και κάποια λαθάκια, τα οποία πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να έχουμε διορθώσει, αλλά νομίζω ότι πετυχαίνουν το αποτέλεσμα που θέλαμε.
Κλείνοντας πες μας δυο λόγια για τους αναγνώστες μας.
Να πηγαίνετε πολύ σε συναυλίες. Να στηρίζετε την ελληνική σκηνή. Να αγοράζετε δίσκους και μπλουζάκια από τα συγκροτήματα, γιατί η μουσική δεν πρέπει να είναι δωρεάν, αλλά όσο πιο φθηνή γίνεται.
Ερωτήσεις:
Κωνσταντίνος Κυριαζόπουλος

